μεσολαβώ


μεσολαβώ
[мэсолаво] р. посредничать, ходатайствовать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεσολαβώ" в других словарях:

  • μεσολαβώ — μεσολαβώ, μεσολάβησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεσολαβώ — (ΑM μεσολαβῶ, έω) βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο, διακόπτω, λύνω τη συνέχεια νεοελλ. 1. παρεμβαίνω μεταξύ προσώπων ή κρατών για την επίλυση διαφοράς ή για την επίτευξη συμφωνίας («μεσολάβησα και τελικά τούς συμβίβασα») 2. κάνω ενέργειες σε κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • μεσολαβώ — μεσολάβησα, παρεμβαίνω ανάμεσα σε δυο για συμβιβασμό, συμφιλίωση, συμφωνία κτλ.: Ήρθαν στα χέρια και η αστυνομία μεσολάβησε για να τους χωρίσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεσολάβῳ — μεσόγραφος written in the middle masc/fem/neut dat sg μεσόλαβον mesolabe neut dat sg μεσόλαβος mesolabe masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλανθρωπίζω — μεσολαβώ για συμβιβασμό …   Dictionary of Greek

  • μεσιτεύω — μεσολαβώ για σύναψη συμφωνίας σε αγοραπωλησία, ενοικίαση κτλ.: Μεσίτευσε εσύ για λογαριασμό μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προξενεύω — Ν 1. μεσολαβώ για τη σύναψη συνοικεσίου («τού προξενεύει ένα όμορφο κορίτσι») 2. μεσολαβώ για τη σύναψη συμφωνίας, κυρίως για μίσθωση υπηρεσιών («αυτός που μού προξένεψες αποδείχθηκε ανέντιμος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < προξενώ, κατά το παντρ εύω] …   Dictionary of Greek

  • προξενεύω — προξένεψα, προξενεμένος 1. μεσολαβώ σε σύναψη συνοικεσίου: Του προξενεύουνε ένα καλό κορίτσι. 2. μεσολαβώ, μεσιτεύω για αγοραπωλησία ή για μίσθωση εργασίας ή κτήματος: Μου προξενέψανε ένα καλό κτήμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμεσολάβητος — η, ο (Μ ἀμεσολάβητος, ον) [μεσολαβῶ] αυτός που γίνεται δίχως μεσολάβηση, δίχως την παρέμβαση τρίτου …   Dictionary of Greek

  • βρίσκω — και βρέσκω (AM εὑρίσκω) 1. συναντώ κάποιον ή κάτι που ζητούσα, ανταμώνω 2. ανακαλύπτω κάτι χαμένο 3. φθάνω σ αυτό που επιδίωκα 4. ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ κατά τύχη 5. εφευρίσκω, επινοώ, μηχανεύομαι 6. έχω από παράδοση, αποκτώ από κληρονομιά 7 …   Dictionary of Greek